PostHeaderIcon ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ - 4. ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ευρετήριο Άρθρου
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ
2. ΤΟ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
3. ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ
4. ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
5. ΤΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ
Όλες οι Σελίδες

4. ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα ο μαζικός λαϊκός αθλητισμός υπάρχει μόνο στην σφαίρα της φαντασίας, ο σχολικός αθλητισμός είναι ανύπαρκτος, ούτε κουβέντα δεν μπορεί να ειπωθεί για πανεπιστημιακό αθλητισμό, το πρόγραμμα ανίχνευσης ταλέντων στα δημοτικά σχολεία ήταν μία φωτοβολίδα στο μακρινό παρελθόν και το μόνο ζωντανό κύτταρο αθλητισμού και παραγωγής αθλητών είναι τα ερασιτεχνικά αθλητικά Σωματεία.

Τα Σωματεία ιδρύονται από μία ομάδα ανθρώπων που αγαπούν τον αθλητισμό γενικά και ειδικότερα ένα συνήθως άθλημα, το οποίο και προσπαθούν να αναπτύξουν στην περιοχή στην οποία εδρεύουν, συνήθως με πολλές προσωπικές θυσίες σε χρόνο και χρήμα, με αντάλλαγμα την δημιουργική ενασχόληση των νέων (αρχικά συγγενών, φίλων και γειτόνων)  με τον αθλητισμό και την ανάπτυξη του συγκεκριμένου αθλήματος που έχουν επιλέξει.

Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου είναι αυτός που χαράζει την πολιτική του Σωματείου, ο Έφορος είναι ο συνδετικός κρίκος του Δ.Σ. με τον  προπονητή και τους αθλητές και ο προπονητής είναι η «καρδιά» του Σωματείου, αφού από την προσωπικότητα και από την ποιότητα της δουλειάς του εξαρτάται το έργο που θα παράξει το Σωματείο.

Οι πόροι των  Σωματείων είναι σχεδόν αποκλειστικά οι συνδρομές των μελών τους και σε μερικές περιπτώσεις οι τυχόν  κρατικές επιχορηγήσεις (Γ.Γ.Α., Ομοσπονδία, Δήμος, κ.λ.π.) και οι δωρεές ιδιωτών. Από αυτό φαίνεται ότι τα έσοδα των Σωματείων είναι πενιχρά και ότι τα περισσότερα Σωματεία παλεύουν κάθε μέρα για την επιβίωσή τους. Τα Σωματεία λοιπόν είναι προϊόντα καθαρά ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όμως το «όνειρο ζωής» για τα περισσότερα από αυτά είναι να γίνουν αμιγώς κρατικοδίαιτα και να μην εξαρτώνται σχεδόν καθόλου από τις συνδρομές των μελών τους για την επιβίωσή τους.

Το συνηθέστερο μοντέλο αρχικά επιβίωσης και κατόπιν ανάπτυξης της πλειοψηφίας των Σωματείων στην Ελλάδα, άσχετα με το ποια αθλήματα καλλιεργούν, είναι η προσκόληση σε κρατικές κτιριακές εγκαταστάσεις (ανοιχτά ή κλειστά γήπεδα, κλειστές αίθουσες κάτω από τις κερκίδες γηπέδων, δημοτικές εγκαταστάσεις, κ.λ.π.), πληρώνοντας πολύ μικρό, ή και καθόλου ενοίκιο και συνήθως καθόλου άλλα πάγια έξοδα (ρεύμα, νερό, δημοτικά τέλη) και έξοδα συντήρησης και καθαριότητας, ενώ νοικιάζουν -μόνο αν είναι απαραίτητο- έναν πολύ μικρό χώρο (με αντίστοιχα πολύ χαμηλό ενοίκιο), για να στεγαστούν τα γραφεία και η έδρα του Σωματείου.

Η υπερκείμενη αρχή ενός Σωματείου που καλλιεργεί ένα άθλημα είναι η αντίστοιχη Ομοσπονδία, η οποία και επιχορηγείται ετησίως από το κράτος, έτσι ώστε: α) να καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα, β) να συντελεί με συντονισμένες ενέργειες στην ανάπτυξη  και την διάδοση του αθλήματος που καλλιεργεί και αντιπροσωπεύει               (διενέργεια Πανελληνίων πρωταθλημάτων και συγκρότηση εθνικών ομάδων), γ) να επιχορηγεί, αν περισσεύουν χρήματα, άμεσα οικονομικά τα Σωματεία που υπάγονται σε αυτήν, για να βοηθήσει στην επιβίωσή τους.

Για να σας δώσουμε ένα παράδειγμα με αριθμούς, π.χ. το κράτος επιχορηγεί μία Ομοσπονδία με 500.000 Ευρώ για το έτος 2008. Αφού λοιπόν αυτή η Ομοσπονδία καλύπτει τα λειτουργικά της και τα άλλα της έξοδα με 200.000 Ευρώ, αποφασίζει να διαθέσει,  όπως οφείλει, τα υπόλοιπα 300.000 Ευρώ σε ισόποσα μερίδια στα 60 Σωματεία που ανήκουν στην δύναμή της, οπότε και επιχορηγεί το καθένα από αυτά τα Σωματεία με 5.000 Ευρώ. Τα χρήματα αυτά επαρκούν συνήθως για να καλύψουν τον ετήσιο μισθό ενός προπονητή και έτσι να εξασφαλίσουν σε ένα Σωματείο ένα από τα βασικά λειτουργικά του έξοδα.

Ευνόητο είναι ότι εάν τα Σωματεία που ανήκουν στην δύναμη της ως άνω Ομοσπονδίας ήταν πολλαπλάσια (π.χ. 200 αντί για 60), τότε και τα λειτουργικά της έξοδα θα ήταν αναλόγως περισσότερα, π.χ. 400.000 Ευρώ, οπότε  και σε συνάρτηση με τον αυξημένο αριθμό τους, αντίστοιχα θα μειωνόταν η ετήσια επιχορήγηση σε κάθε Σωματείο στα 500 Ευρώ. Είναι συνεπώς επιλογή και πάγια πολιτική πολλών Ομοσπονδιών να μην επιθυμούν την αθρόα δημιουργία και ένταξη Σωματείων στην δύναμή τους, προκειμένου να μπορούν να βοηθούν οικονομικά με πιο πολλά χρήματα ετησίως, λιγότερα μεν Σωματεία, αλλά με πιο εξασφαλισμένη την επιβίωση αυτών. Όταν τώρα αυτή η Ομοσπονδία διοργανώνει το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, τα 60 Σωματεία που υπάγονται σε αυτήν θα κατεβάσουν πολύ λιγότερους αθλητές από ότι εάν ήταν 200 Σωματεία, με περισσότερες συνεπώς μαθηματικά ελπίδες διάκρισης, για κάθε έναν από αυτούς ενώ και η διασπορά των μεταλλίων θα είναι πολύ καλύτερη στα 60 Σωματεία σε σχέση με τα 200 Σωματεία. Αυτό έχει μεγάλη σημασία καθώς η Γ.Γ.Α. επιχορηγεί έκτακτα ετησίως με ένα ποσό τα Σωματεία, ανάλογα με το πόσα μετάλλια κατέκτησαν οι αθλητές τους στο Πανελλήνιο πρωτάθλημα. Αυτό το ποσό αποτελεί ένα επιπλέον έσοδο από κρατική πηγή για το Σωματεία και εννοείται ότι είναι μεγαλύτερο, όσο μικρότερος είναι ο συναγωνισμός στα Πανελλήνια πρωταθλήματα και πιο εύκολη μαθηματικά η κατάκτηση μεταλλίων από τους αθλητές του κάθε Σωματείου. Βέβαια αρκετά Σωματεία λαμβάνουν και  τακτική επιχορήγηση από την Γ.Γ.Α., άσχετα από τις αγωνιστικές  διακρίσεις που θα φέρουν στα Πανελλήνια πρωταθλήματα. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και τις τακτικές και έκτακτες επιχορηγήσεις που παίρνουν πολλά Σωματεία από τον Δήμο στον οποίο εδρεύουν, τότε έχουμε την πλήρη εικόνα της κρατικής βοήθειας σε ένα  αθλητικό Σωματείο.

Τα προτερήματα αυτής της πολιτικής είναι: α) σχεδόν η παντελής  έλλειψη πάγιων εξόδων, β) η κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους των λειτουργικών εξόδων από κρατικούς πόρους, γ) η δυνατότητα πολύ χαμηλής μηνιαίας συνδρομής για τα μέλη τους, δ) η εξασφαλισμένη επιβίωση του Σωματείου άσχετα από την εισροή νέων μελών.

Τα μειονεκτήματα τώρα αυτής της πολιτικής είναι: α) η εξάρτηση από τα κρατικά κονδύλια και κατ’ επέκταση και από τις  διαθέσεις αυτών που τα διαχειρίζονται, β) η έλλειψη ενός χώρου άθλησης που θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο από τους αθλητές του Σωματείου, που θα είναι πλήρως διαμορφωμένος και εξοπλισμένος για τις ανάγκες του αθλήματος που καλλιεργεί το Σωματείο και που θα είναι διαθέσιμος όλες τις ώρες της ημέρας, σε εβδομαδιαία βάση για τις προπονήσεις των αθλητών του, γ) η απουσία ισχυρού κινήτρου για την προσέλκυση πολλών νέων μελών και αθλητών και κατά συνέπεια για την ανάπτυξη του αθλήματος που καλλιεργεί το Σωματείο, δ) η μεγάλη πίεση για διάκριση στους αθλητές, που τους διώχνει μακροπρόθεσμα από το Σωματείο και από τον αθλητισμό.